Αναρτήθηκε από: lykourianews | Φεβρουαρίου 16, 2013

ΜΕΡΟΣ Δ’: Πολίτα Κοσμά, κόρη της Βασίλως Παπαγιάννη, της μαμής της Λυκούριας!

Χρήστος: Θυμάσαι καμιά μεγάλη καταστροφή; Καμιά μεγάλη καταιγίδα είχε γίνει στις μέρες σου;

Πολίτα: Σου’ πα τότε με το αστραπόβροντο. Εδώ ήρθε το νερό από τα σιεσια σα κι έπνιξε 20 -30 γίδια. Πνιήκανε πολλά πράματα εκεί πέρα, μολόαε ο πατέρας μου. Ήρθε αέρας κι ανεμοστρόβιλος, πέρα στον Αϊ- Λια και είχαμε και χωράφι πριν την καταστροφή και πηαίναμε. Είχε κόψει, ξεριζώσει τα δέντρα. Σουρμή και δεν άφηκε τίποτα. Τα χώρισε στην μέση τα έλατα.

Χρήστος: Πού ακριβώς σε ποιο σημείο;

Πολίτα: Εδώ στα χωράφια τα Μακρέικα, που πάμε για το διάσελο.

Χρήστος: Στη Σωτήρα λες.

Πολίτα: Ναι, εκεί τα’ χε κάνει λάκα. Είχε πάει το χωριό, ήρθανε και δικοί μου και τότε που ήρθα νύφη το σπείραμε εκεί πάν’. Κι έβαλε κι ο Θοδωράκης τα γίδια και πήγαμε στο δικαστήριο, αλλά το΄κανε κοινοτικό μετά.

Χρήστος: Το ρέμα του Τσαφά έχει κατεβάσει ποτέ;

Πολίτα: Ναι. Μου’ λεγε ο Νίκος ο Σαρμπάνης ότι τα βράχια που’ ναι δω από πάνω τα’ χει φέρει το ρέμα του τσαφά. Το’ χω ακούσει, δεν τα είδα.

Χρήστος: απο το αντάρτικο τι θυμάσαι;

Πολίτα: Σκοτώσανε τον μπάρμπα μου.(Τάση Μπράβο)

Χρήστος: Θυμάσαι που οι Γερμανοί κάψανε το χωριό;

Πολίτα: Πώς δεν το θυμάμαι;

Χρήστος: Πότε ήτανε;

Πολίτα: Την παραμονή του Αϊ- Λιος. Κάηκε πρώτα το σπίτι το δικό σας. Κι απάντησα τον πατέρα σου στο γιοφύρι. Φεύγατε μου’ πε. Μόλις είδε και κάηκε το σπίτι δεν είχε άλλο..

Χρήστος: Πως γινότανε με το καμίνι; Ποιος το έχτιζε το καμίνι;

Πολίτα: Ο Στούπας ,είχε ένα τάφο κάτω, τετράγωνο χτισμένο και γύρω-γύρω είχε τις τρύπες, που βάνανε τη φωτιά. Βάνανε τα κεραμίδια και τα ψήνανε.

Χρήστος: Πού τα βρίσκανε τα κεραμίδια;

Πολίτα: Εκείνα που πλάθανε με τη λάσπη τα κόβανε με το καλούπι και τα λιάζανε στον ήλιο. Λιάσιμο, ξελιάσιμο και μετά τα ’βανε στο καμίνι με τη σειρά για να ‘ρθει η ώρα, 12.000 κεραμίδια εβάνανε, να βάλουν τη φωτιά από κάτω, να ψηθούν τα κεραμίδια. Μετά τα ξεκαμινιάζαμε και μοιράζαμε τα κεραμίδια.

Χρήστος: Κάνανε λάσπη, τα βάνανε σε καλούπια, τα λιάζανε και μετά 12.000 κεραμίδια τα βάζανε στο καμίνι με τη σειρά;

Πολίτα: Το καμίνι είχε κεραμίδια μέχρι την απάνω μεριά. Από κάτω είχε δύο τρούπες μεγάλες το καμίνι, όσο ένα τραπέζι, και πετάγανε τα ξύλα μέσα. Φέρναμε 30 ζαλιές πουρνάρια, 30 γυναίκες από την κορφή του Κέλπισι. Εγώ η Στυλιανή κι ούλες οι άλλες, όσες ήτανε οι άντρες τους δεν ήσανε εκεί.
Χίλιες ζαλές χρειαζόντανε για να πάρει μπροστά το καμίνι. Το τι επεράσαμε…

Χρήστος: Ήτανε άλλα τα ασβεστοκάμινα;

Πολίτα: Θα σου πω και γι’ αυτά. Όσο να βάλουμε εμείς τη ζαλιά προκάνανε οι πιο δυναμωμένοι και τις βάνανε και λακάγανε. Έπρεπε μέχρι το βράδυ που να φύγεις νάχες βάλει 30 ζαλιές η καθεμία. Από την κορφή του Κέλπισι τα πετάγαμε κοντα στο καμίνι και πηαίναμε πάλι. 30 στράτες την ημέρα. Τι τιμωρία! Τώρα δουλεύει ο κόσμος; Και γιατί γυρεύανε τις τσιούπες του Παπαγιάννη; Για τη δουλειά. Να στο πω κι έτσι. Γιατί μας είχε βγει το τομάρι. Δουλειά! Δέκα στρέμματα χωράφια τα βαρίγαμε όλα με το ξυνάρι. Τα σβόλια, το κακό. Δεν είχαμε ζευγάρι.

Χρήστος: θελω να καταλάβουμε καλά πως ήταν το κεραμιδοκάμινο .Ηταν δηλαδή,μια τρούπα στη γη μέσα;

Πολίτα: Ένα τετράγωνο, όπως το δωμάτιο. Χάμω είχανε ρίξει λάσπη και το’χανε φτιάσει σαν νάναι τσιμέντο. Από κάτω από εκείνο είχανε δυό τρούπες για να πάνε τα ξύλα να καίνε και να ψηθούν τα κεραμίδια. Όταν το καίγανε τ’απαρατάγανε. Τ’αφήνανε 4-5 μέρες να κρυώσει και τα βγάνανε πια.

Χρήστος: Από πάνω το καμίνι ήτανε ξεσκέπαστο;

Πολίτα: Ναι, ξεσκέπαστο. Είχαμε δύο καμίνια. Το δικό μας και τ’ Αϊ Γιώργη.

Χρήστος: Πού ήτανε τ’ Αϊ Γιώργη;

Πολίτα: Από δω από τη σπηλιά αποκάτου. Χάμω εκεί στου Σπανού το Καλυβάκι. Κοντά στη χελωνοσπηλιά.

Χρήστος: Τ’ ασβεστοκάμινα πώς λειτουργούσαν;

Πολίτα: Βγάνανε πέτρες. Μας ζαλώνανε. Ούτε ξέρω πόσες πέτρες ζαλωνόμαστε για να πάμε να φορτώσουμε το καμίνι. Μας εζαλώνανε μέχρι να γεμίσει το καμίνι. Το καίγανε και κείνο με το κλαρί. Εγώ τότε είχαμε το μουλάρι κι ήτανε λάκα εκεί στα Μούρια. Εκεί ήτανε το καμίνι του Δήμου. Ήτανε εκεί χάμω και φόρτωνα το μουλάρι. Η Στέλλιο κουβάλαγε με τη ζαλιά. Ούτε ξέρω πόσες στράτες επήαινα τη μέρα. Μέχρι που γινότανε ασβέστη κείνο κει, που το καίγανε.

Χρήστος: Ήταν μια τρούπα, του ρίχνανε τις πέτρες μέσα, το σκεπάζανε. Από κάτω καίγανε όπως και το κεραμιδοκάμινο;

Πολίτα: ναι. Μόλις το τελειώνανε εκείνο εκεί ,βγάνανε τον ασβέστη. Ήταν σκόνη ο ασβέστης. Παίρναμε από 60-70 καντάρια ο καθένας, όσοι ήμασταν μέσα. Τώρα θέλαμε να το κουβαλήσουμε από τα Μούρια εκεί πέρα, και τι κάναμε; Το φέρναμε στη χελωνοσπηλιά που’χαμε κάνει γούβα για να το κατασβήσουμε, να φτιάξουμε το σπίτι. Με τη Στυλιανή είχαμε τις κασελιέτες, εκείνες που βάζανε του πετρελαίου. Τότε έπαιρνε δύο μέσα, τις γέμιζε ο πατέρας μου. Μια η Στυλιανή, μια εγώ. Μας εζάλωνε. Πάνο, τι κάνεις αφτού, λέανε του πατέρα μου. Δεν πάει έλεε.4 τ’ασβέστη και 2η κασελιέτα, έξι.

Μπας κι είχαμε φουστάνια να φορέσουμε τότε, μάτια μου; Ζαλωνόμαστε την κασελιέτα. ‘Οσο να τη φέρουμε από τα Μούρια στη χελωνοσπηλιά ο ιδρώτας επήαινε αυλάκι, έβγαινε η σκόνη απ’ τις κασελιέτες και μόλις ξεζαλωνόμαστε ,με τη μαύρη τη Στελιανή τα λέμε τώρα και κλαίμε κι εκείνη κι εγώ, από πίσω, με το συμπάθιο δεν είχαμε ούτε βρακί να φορέσουμε, και τραβάγαμε να ξεκολλήσει, γιατί είχε καλλήσει το φουστάνι με τ’ ασβέστη στην πλάτη, κι έβγαινε η πέτσα από τη μέση κι έμενε πάνω στο φουστάνι. Τι έχουμε περασμένο και ζιούμε ακόμα!.

Χρήστος: Πες μου για το αντάρτικο. Πώς ξεκίνησε το αντάρτικο εδώ; ‘Ηταν πρώτο και δεύτερο αντάρτικο. Το’χεις ακούσει αυτό εσύ;

Πολίτα: Το πρώτο ήτανε που πήρανε τον μπάρμπα μου τον Τάση. Ο μπάρμπα μου ο Τάσης ερχότανε τα βράδια πάνω στον πατέρα μου, είχανε αγάπη. Τότε ήτανε ο Ζολώτας. Εβγάναμε κάτι λαθούρια εγώ με τη Στυλιανή κι είχαμε κι ένα γαϊδουράκι κι ερχόμαστε. Ήρθε κι εκείνη τη μέρα ο θείος μου επάνω. Είχανε ψηφίσει το θείο μου τον Τάση κι όχι το Ζολώτα. Και λέει η Ζολώταινα: φέτο τον ψηφίσατε τον Τάση του χρόνου να δούμε, πού θα τον βρείτε να τον ξαναψηφίσετε. Εκεί στης Τσότσαινας έμενε ο φρούραρχος, ο Πελοπίδας. Εβάλανε σειρά να πάνε να πιάσουν το θείο μου τον Τάση και τον Καραϊσκο να τους σκοτώσουνε.

Χρήστος: Γιατί είχανε βγει αυτοί στις εκλογές; Πολίτα:Ναι, είχανε βγει στις εκλογές και δεν μας εχωνεύανε (μάτια μου). Τη νύχτα, έφυγε από μας, παρόλο που του’πε ο πατέρας μου να κάτσει να φάει, που είχαμε και λαγό και του λέει: έχω φάει τόσο πολύ, που δεν μπορώ ν’ ανασάνω. Έφυε. Μόλις πήε εκεί κάτω, τον φυλάξανε, βροντήξανε την πόρτα, είχε υπερλούξ σπίτι ο μπάρμπας μας, ήτανε πέντε παιδιά μέσα.

Χρήστος: Τι δουλειά έκανε ο Τάσης;

Πολίτα: Είχε έρθει από την Αμερική και μετά έγινε πρόεδρος. Ήτανε του χωριού.

Χρήστος: Πόσο χρονών ήτανε τότε ο Τάσης;

Πολίτα: Ο Τάσης ήτανε ίσα με τη μάνα μου, που ήτανε αδέρφια και μπινιάρια. Εγώ ήμουνα 18-19, κει μέσα. Τον πήρανε το θείο μου. Λαλακιάσανε τα παιδιά τη νύχτα. Χτυπήσανε. Λέει η μαύρη η γυναίκα του: τι τον θέλετε. Θέλουμε κάτι να σε ρωτήσουμε. Πού τον πάτε, ρωτάει. Τίποτα. Και πάνε και παίρνουν και τον Καραϊσκο και τους επήανε στην τριανταφυλλιά. Την άλλη μέρα που τους ρώταε. Άλλος της είπε στη χωματούπολη. Η μαύρη η θεία μου λαχτάρησε. Την πάνουν τη θεία μου. Αφήνουν πέντε παιδιά εδώ κάτω στο σπίτι και τη βάνουνε φυλακή εκεί στης Τσιότσιενας το σπίτι, που ήτανε το φρουραρχείο. Την πλακώσανε. Την κάνανε τομάρι στο ξύλο. Που’ναι ο άντρας σου , τη ρωτάγανε, ενώ τον είχαν πάρει αυτοί. Εσείς τον ξέρετε, τους έλεε. Θα σε σκοτώσουμε. Από το πολύ το ξύλο τους λέει η μαύρη μου η θεία: το σώμα μου το ορίζετε. Κάντε το κομμάτια, αλλά την ψυχή μου δεν την ορίζετε και θα πάει εκεί που ανήκει. Εσείς ξέρετε που τον πήατε. Δεν αφήνανε άνθρωπο να πάει να μαζέψει πέντε παιδιά, που είχε εκεί κάτω και μαζεύαμε τα παιδιά. Δεν πα να φωνάζανε. Εμείς πηαίναμε. Την κρατήσανε καμιά 15 μέρες. Στην αρχή το κορμάκι της είχε τέτοιες πληγές και να κάνει όλο δρόλαπα.

Χρήστος: Οι λυκουραίοι ήσαν μέσα σ’αυτούς που βαράγανε;

Πολίτα:Ήτανε κι ο Περικλής ο Ροϊδάκης. Πήρε η μάνα εκεί πέρα που σκοτώσανε το θειό μου στου Γκράβαρη, ήμασταν γειτόνοι, και του λέει: ρε Περικλή, τον μπάρμπα σου δεν τον λυπήθηκες με πέντε παιδιά. Εγώ ξέρεις, θειά, είμαι μαυρόψυχος, της λέει. Θα τα βρει η ψυχή τους, μάτια μου. Ήτανε ο Περικλής κι ο Βασίλης Ζολώτας.

Χρήστος: Τους είδες εσύ;

Πολίτα: Εγώ δεν τους είδα. Τους μαρτυρήσανε. Αφού τους σκοτώσανε και δεν μπορούσαμε να βρούμε ίχνος πια, εμείνανε η θεία μου και πέντε παιδιά. Εμείς τα συντηράγαμε. Ειδοποιήσανε τον πατέρα μου να πάει στου Φενεού, που ήτανε άλλο φρουραρχείο εκεί, Αποστολόπουλος Πέτρος ελεγότανε και του λέει: τους επιάσανε, τους πήανε στη Ζυγουρόβρυση, του είπανε πού ακριβώς τους είχανε σφάξει. Του Καραϊσκου του είχανε 17 μαχαιριές βαλμένο. Τις ηύραμε στη μάλλινη φανέλα, που εφόρειε. Του θείου μου του’χανε κόψει τα δόντια. Είπανε πως τα’βγαλε το παιδί του Ζολώτα και τα πουλήσανε στο Αίγιο. Άμα τα κάνανε θα τα βρουν μπροστά τους.

Χρήστος: Ο Βασιλάκης είναι ο γιός του Σπύρου του Ζολώτα;

Πολίτα: Ναι, του Σπύρου. Επήε ο πατέρας μου εκεί που του’πανε. Ήτανε δυό έλατα ψηλά κι ήτανε χάμω μια γωνίτσα και όλο μπίκες γύρω γύρω, εκεί που τους σφάξανε. Και λίγο πιο πέρα τους επετάξανε τον έναν πάνω στον άλλον. Του θείου μου του Τάση του κόψανε το κεφάλι, του το γδάρανε, του βγάλανε τα μαλλιά και τα δόντια. Τα λησμονάω αυτά, ρε Χρήστο;

Χρήστος: Τη θεία σου τη βάραγε και ο Περικλής ο Ροϊδάκης;

Πολίτα: Ναι, ναι

Χρήστος: Ποιος σου το’πε;

Πολίτα: Αφού το’πανε του πατέρα μου εκεί που πήγε του Φενεο. Ο Περικλής, ο Βασιλάκης κι ο Κούντουρας από τα Μαζέϊκα κι ένας κουνιάδος του Κυρατσόνη… Του είπε ο Αποστολόπουλος πέντε ανθρώπους. Όταν ειδοποιήσανε τον πατέρα μου να πάει εκεί που τους σφάξανε του δώκανε το παλτό να το φέρει εδώ. Δεν το πήρε ο πατέρας μου.

Χρήστος: Μέσα στους πέντε ήτανε κι ο Περικλής;

Πολίτα: Ναι, αφού το είπανε όλοι. Τσακωθήκαμε τότε. Και τι να’λεγες; Απάν’ στο χρόνο τους ηύραμε. Λέγανε ότι κι ο Διονύσης τους είδε αλλά δεν ομολόγησε. Του πατέρα μου του είπανε ότι το κεφάλι που του κόψανε το πετάξανε δυό τριχιές κατου στη ρεματιά.

Χρήστος: Μετά από πόσο καιρό τους βρήκανε;

Πολίτα: Ένα χρόνο μετά. Εγώ, ο πατέρας μου, η Στυλιανή και η Καραϊσκιαινα πήαμε. Τους είχαν δει πού τους είχαν αλλά δεν μας μαρτυράγανε. Και πήαινε πάλι και πάλι ο πατέρας μου και τους παρακάλαγε και του είπανε πού ακριβώς. Και πήαμε απάν’ στη Ζυγουρόβρυση, εκεί στον ψηλό τον έλατο, που είναι ένα τετραγωνάκι κι εκεί τους έχουνε ρίξει και το κεφάλι του Τάση τόχουνε δυό τριχιές κατ’ πεταμένο. Το γδάρανε το κεφάλι και τα μαλλιά τα’χανε πετάξει πάνω στο σώμα. Ο πατέρας μου πήγε κατευθείαν για το κεφάλι και το ηύρε. Εκεί που τους είχανε σφάξει είχανε τα ρούχα του θείου μου και ένα παντελόνι και είχε κοιλεπίδεσμο και στο πίσω μέρος είχε μια κωλότσεπη και είχε κάτι λεφτά γαλλικά. Δεν του τα΄χανε πάρει. Ήσανε μέσα. Μαζέψαμε τα κόκαλα κι η μαύρη η Καραϊσκάκαινα του αντρός της κι εμείς του θείου μου, τα βάλαμε σε δύο σακούλες μεγάλες και πήραμε και τα ρούχα που’χανε τις μαχαιριές, τα βάλαμε κι εκείνα μέσα και τα ζαλωθήκαμε. Εκεί στη Ζυγουρόβρυση βρήκαμε κι ένα κεφαλάκι από μικρό παιδί. Κάποιας γυναίκας απ’ την κοιλιά θα της το’χανε βγάλει. Έσκουζε η μαύρη μου η μάνα. Απάν’ στο χρόνο τους ηύραμε. Έμεινε η μαύρη η θεία μου με πέντε ορφανά. Τι πέρασε εκείνη η ψυχούλα. Ύστερα οι αντάρτες είχανε φρουραρχείο εκεί στου Αναστάση του Καραλή, από κει από της μάνας μου το σπίτι, κι ερχότανε εκεί και φωνάζανε. Ήτανε κάτι παιδιά απ’ τον Αϊ-Νικόλα και λέανε: μετριώνται οι χίτες τρεις φορές και λείπουν τρεις χιλιάδες, μετριώνται τ’ ανταρτόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες. Ήταν ένας αντάρτης, καλός ανθρωπάκος κι ερχότανε και ρώταε: τι κάνεις; και του’λεε η μάνα μου: πώς άφησες την οικογένειά σου κι ήρθες αντάρτης; Ήρθα, τους έλεε. Είχα ένα γράμμα απόψε απ’ τη γυναίκα μου, είμαι πολύ στεναχωρημένος (χέρι με χέρι μου’ρθε το γράμμα). Την άλλη μέρα τον σκοτώσανε εκεί στο νεκροταφείο. Ποιος τον σκότωσε δε θυμάμαι. Τον είχανε θαμμένο στο παλιό σχολείο. Μαζευόντουσαν οι αντάρτες και τραγουδάγανε: Νύχτωσε μωρ’ ξάδερφε δεν έχω πού να μείνω, να μείνω σε κορφή βουνού φοβούμαι από το χιόνι, α μείνω σ’ ακροθάλασσα φοβούμαι απ’ το κύμα να κόψω τα μαλλάκια…
Η μάχη του τσιοντή το λέει: 150 άτομα της πήανε και τα ρίξανε στην τρούπα. Τους είδε. Κάτι άνθρωποι, κάτι κομμένα κεφάλια. Όπως είχανε κάνει και το θείο μου τον Τάση. Και περάσανε τ’ αμπέλι του Ρούπα και πήανε και τους ρίξανε ζωντανούς στην τρούπα πέρα στους καλογέρους. Ήτανε κι εκείνη η Μάχη του Τσοντη, και τη ρίξανε κι αυτή μέσα. Είχε η μάνα μου ένα μπάρμπα τον παππούλη σου το Χρήστο. Εκείνο το βράδυ έκανε θαύμα ο Θεός. Τους πιάσανε, τη Μανωλάκαινα, του Μιχάλη τον πατέρα, το Γιώργη και άλλον έναν. Πέντε ήτανε, δε θυμάμαι. Τους σκοτώσανε στο νεκροταφείο. Τους βάλανε και βγάλανε το λάκο και τους ερίξανε μέσα.

Χρήστος: Οι λυκουραίοι ήτανε μπλεγμένοι;

Πολίτα: Πού τους είδες; Μαρτυριόσανε για να μάθουμε εμείς. Εμείς ετρέμαμε. Ήτανε ο Τάσης της Τσόταινας κι έκανε: πολίτες και πολίτισσες, να μαζευτείτε τώρα στου Τσαφαντίνη. Ήτανε δικαστής ο Τάκης τότε. Εδίκαζε τον κόσμο, ποιος, ο Τάκης ο ταρατατιέρης … Άσε μας ρε παιδιά.

Χρήστος: Ο Ταρατατιέρης;

Πολίτα: Ο Ταρατατιέρης. Έκλεψε ο Μαυραγάνης την Έλένη του Στραβόκολα κι έκανε η Ελένη: Ω! θα δείτε απόψε πού θα είμαι. Γινότανε δικαστήριο όξω στου Τσαφαντίνη κι απέ της έκανε ο Τάκης: εσύ πού θα είσαι; Θα χάσει ο ήλιος τα μάτια του αμα πάθεις τίποτα εσύ, γιατί ήθελε να τη σκοτώσει ο πατέρας της. Ρε, ξέρεις τι γινότανε τότε; Αλλά δεν κοτάγαμε να κρίνουμε. Ερχόμαστε από τον κάμπο μας αρπάζανε τώρα. Ξυπόλητη τη μάνα μου πάν’ εκεί στα Καλάβρυτα να πάει ψωμί στους αντάρτες. Ξέρεις τι έχουμε περάσει; Κοτάγαμε να πούμε το όνομά μας. Σκιαζόμαστε. Μη ρωτάς ολότελα. Τον παππούλη σου τον πήανε απάνω στου Κόκου. Τον βάλανε μέσα , τον ανακρίνανε. Ο παππούλης σου είχε τη θρησκεία του. Ήταν άγιος άνθρωπος. Ήταν καλός άνθρωπος. Μόλις επήανε να τον πάρουνε σκοτείδιασε το καφενείο και πέθανε ο Χρήστος. Σκοτείδιασε. Εχεστήκανε οι αντάρτες εκείνο το βράδυ.

Χρήστος: Με ποιόν έμοιαζε ο παππούλης μου; Πώς ήτανε τα χαρακτηριστικά του;

Πολίτα: Ο παπούλης σου ήταν Όμορφος. Έμοιαζε με το γέρο-Κώτσιο. Με το Γερασιμάκη δεν έμοιαζε πολύ. Καλός χριστιανός. Είχαμε γίνει και κουμπάροι. Είχε βαφτίσει ο πεθερός μου μια τσούπρα του παππούλη σου, την αδερφή της μάνας σου-πριν τη μάνα σου είχε κάνει μια τσιούπα ο παππούλης σου και την είχε βαφτίσει ο πεθερός μου. Εγινόσανε πολλά τότε, μάτια μου. Εσκοτώσανε τον κόσμο. Φάγανε κόσμο. Δεν κοτάγαμε να κρίνουμε πουθενά. Ήρθε ένα παιδάκι 14 χρονών και είχε μια κοκλίδα τέτοια, κρέας μισοψημένο, που ήταν αντάρτης κι εκείνο, και το τράβαγε με τα δόντια. Καθόμαστε στο καλύβι τότε. Ρε μαυρο-Μήλιο. Πού πήαινεις; Επήαινε για να σκοτώσει….. Εσύ, ρε Μαύρε, να σκοτώσεις. Τότε ήτανε ο στρατός του Μπεχράκη φερμένος. Τότε πέθανε ο πατέρας μου, το 49. Και κλείσανε τους τσοπάνηδες ούλους μέσα και δεν αφήκανε άνθρωπο να ξεμυτίσει, κι ήρθανε τα χιόνια, χειρότερη χρονιά. Τότε που πέθανε ο πατέρας μου, δεν ανοίγανε πόρτες. 4 μέρες έκατσε ο πατέρας μου μέσα πεθαμένος, γιατί δεν ανοίγανε οι πόρτες από τα χιόνια. Κι ήρθε ο στρατός του Μπεχράκη και να καθαρίσουνε και να θάψουνε τον πατέρα μου. Πέθανε Πέμπτη και τον θάψαμε Σάββατο βράδυ. Και τους εκλείσαν μέσα τους τσοπάνηδες.
Στο βουνό, που ήσανε οι αντάρτες τελειώσανε ούλοι, επεθάνανε. Δεν έμεινε ψυχή. Τότε ξεπαστρευτήκανε, που ’ρθε ο στρατός του Μπεχράκη.

Χρήστος: Ο μπαρμπα-Μιλτιάδης πώς ήτανε;

Πολίτα: Απ’ όλα τ’ αδέρφια ήτανε ο ομορφότερος. Ήτανε ήσυχος άνθρωπος. Δεν ήταν σαν τον Χαράλαμπο, που ήτανε νευρόσπασμα. Ο Μιλτιάδης δεν εμάλωνε με άνθρωπο. Ήτανε τόσο πράος, που άμα του ’λεγες να πάει στο δικαστήριο, που ’χαμε για τα χωράφια, δεν πήαινε, Σωκράτη μου. Μ’ έστελνε εμένα. Δεν εμάλωνε μ’ άνθρωπο μέχρι που πέθανε.

Χρήστος: Μοιρολογήτρες είχε το χωριό;

Πολίτα: Η Μπίκαινα η Θοδώρα και η Στραβοκολίνα.

Χρήστος: Η Θοδώρα ήξερε μοιρολόγια;

Πολίτα: Α, καλά. Ν΄άκουγες το λυγμό της Στραβοκολίνας σε τσάκιζε το ρίγος. Ήξερε. Τότε που πέθανε ο Θοδωρής ο Τούζιος στο στρατό η Αννούλα του Τούζιου και η Ρούπαινα μοιρολογάγανε στο……

Χρήστος: Η Στραβοκολίνα η Πολίτα ή η Μαυρογιαννιά;

Πολίτα: Η Θοδώρα που’ χε τον Αντρέα.

Χρήστος: Και η άλλη;

Πολίτα: Η Στραβοκολίνα.

Χρήστος: Η Ελένη ή η Πολίτα;

Πολίτα: Η μάνα της.

Advertisements

Responses

  1. Έχω συγκλονιστεί με τις ιστορίες του χωριού μας. Μπράβο στον Χρήστο που πήρε τη συνέντευξη. Συγχαρητήρια και στη θεία Πολίτα που μας φανέρωσε με το γλαφυρό τρόπο που μιλούσαν οι συχωριανοί μας εκείνα τα χρόνια τη σκληρή ζωή του χωριού. Οι παραδόσεις, ο τρόπος ζωής και τα έθιμά των παλαιότερων ανθρώπων μας δεν πρέπει να χαθούν. Μακάρι να γίνουν κι άλλες συνεντεύξεις και να μάθουμε περισσότερα…. Όταν ήμουν μικρή τέτοιες ιστορίες μου έλεγε και η γιαγιά μου Ελένη Αναστασοπούλου και η γιαγιά μου Βελιώτα Καραμάρα (αδελφές του παππού μου Αλέξη Κατσή) και δεν της ξέχασα ποτέ. Αγαπώ πολύ το χωριό μας και το ποτάμι μας γι αυτό θέλησα να αποδώσω τη σκληρή ζωή των προγόνων μας με φανταστικούς ήρωες. ΄Ετσι έγραψα το μυθιστόρημα «ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΤΕΡΕΨΕ Ο ΛΑΔΩΝΑΣ». Κοντεύω να το τελειώσω και ευελπιστώ να μου το εκδόσουν. Αν θέλεις ο Χρήστο, μου γράφεις ποιοι είναι οι γονείς του για να καταλάβω ποιος είσαι.

    • Κυρία Λυκούδη σας εύχομαι το βιβλίο τελειώσει και να εκδοθεί όπως επιθυμείτε/μω . Εάν όλα σας έρθουν κατ’ ευχήν παρακαλώ κάντε τον κόπο να λάβω μια υπενθύμιση . Ευχαριστώ Χ.Θ.Γ

    • Κυρία Λυκούδη σας εύχομαι το βιβλίο τελειώσει και να εκδοθεί όπως επιθυμείτε/μω . Εάν όλα σας έρθουν κατ’ ευχήν παρακαλώ κάντε τον κόπο ώστε να λάβω μια υπενθύμιση . Ευχαριστώ Χ.Θ.Γ

      • Την κυρία που αναφέρεσθε την είχα ακουστά από την μητέρα μου που είχε φιλική σχέση μαζί της. Αναφέρονταν πάντα το όνομά της όταν ερχόταν η κουβέντα για την Λυκούρια κατά την περίοδο της κατοχής που με είχαν φέρει νεογέννητο τότε .


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: